Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

ΕΛΛΑΔΑ: ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ, ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ Η ΤΙΜΩΡΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ
Τ.Θ. 60820, 15304 Γλυκά Νερά, Tηλ. 347.22.59; Fax: 601.87.60;
e-mail: office@greekhelsinki.gr ιστοσελίδα: http://www.greekhelsinki.gr/


ΕΛΛΑΔΑ: ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ, ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ Η ΤΙΜΩΡΙΑ

(Έκθεση [1] που διανεμήθηκε στη Συμπληρωματική Συνάντηση στα Πλαίσια της Ανθρώπινης Διάστασης του ΟΑΣΕ με Θέμα τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Απάνθρωπη Μεταχείριση ή Τιμωρία, Βιέννη 27 Μαρτίου 2000)

23 Μαρτίου 2000

Εισαγωγή

Η Ελλάδα δεν είναι απαλλαγμένη από την παγκόσμια τάση που έχουν τα όργανα του νόμου να παραβιάζουν συχνά τα δικαιώματα των πολιτών κατά τη διάρκεια της σύλληψης, της ανάκρισης, της κράτησης ή της φυλάκισης. Αυτή η στάση υποβοηθείται από την πρακτική των δικαστικών αρχών οι οποίες σπάνια διώκουν αυτή την εγκληματική συμπεριφορά.. Όταν το κάνουν, οι υποθέσεις φθάνουν στο δικαστήριο πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα. Αυτό συμβαίνει ακόμα και σε περιπτώσεις που στηρίζονται σε ιατροδικαστικά στοιχεία. Περιστασιακά, αδιάσειστα ενοχοποιητικά στοιχεία καθώς και ιατροδικαστικές βεβαιώσεις αγνοούνται από τα δικαστήρια, τα οποία τελικά αθωώνουν τους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί μπορούν να παραμείνουν στο σώμα κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης περιόδου των ανακρίσεων και των δικαστικών διαδικασιών και κατ' αυτόν τον τρόπο είναι σε θέση να ασκούν ανεπίτρεπτη επιρροή σε εκείνους που θα τολμήσουν να ασκήσουν δίωξη εναντίον τους. Οι πρακτικές αυτού του είδους αποθαρρύνουν πολλά θύματα αστυνομικής βίας από το να καταθέσουν μηνύσεις εναντίον αστυνομικών. Τέλος, πολλά αστυνομικά τμήματα διαθέτουν είτε ανεπαρκείς είτε υπερπλήρεις εγκαταστάσεις, με αποτέλεσμα οι κρατούμενοι να υφίστανται εξευτελιστική μεταχείριση. Πιο κάτω δίνονται μερικά πρόσφατα παραδείγματα. Οι αρμόδιες κρατικές αρχές δεν δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία σε τέτοιες κατηγορίες κι έτσι έχει γίνει ελάχιστη πρόοδος μέχρι τώρα. Βασανισμοί, Κακομεταχείριση και Παραβάσεις Αστυνομικών Οργάνων, Ακολουθούμενες από Ατιμωρησία

Αστυνομική Βία Σε Βάρος Ανηλίκων

Ίσως μια από τις πλέον χαρακτηριστικές υποθέσεις αστυνομικής βίας και βασανισμού που μπορεί να παραμείνει χωρίς συνέπειες για τους δράστες αυτών των πράξεων είναι η υπόθεση δύο ανηλίκων ηλικίας 14 και 16 ετών (με αρχικά Π. Τ. και Δ. Α. αντίστοιχα). Στις 19 Αυγούστου 1994, συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Κασσάνδρειας στη Χαλκιδική (στη Βόρειο Ελλάδα), ως ύποπτοι κλοπής 460.000 δρχ. από τους εργοδότες τους. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, τρεις αστυνομικοί, ξεχωριστά ή από κοινού, για περισσότερο από μια ώρα, ξυλοκοπούσαν τους δυο ανηλίκους με τα χέρια, τα πόδια, τα γκλομπς και τις λαβές των όπλων τους. Έφτασαν να βγάλουν το πανταλόνι του ενός και να τον υποχρεώσουν να σκύψει και να φωνάξει ''Είμαι πούστης'', ενώσω τον απειλούσαν ότι θα έβαζαν τη λαβή στα οπίσθιά του και θα του έκαναν ηλεκτροσόκ. Όλα αυτά έγιναν για να τους αποσπάσουν ομολογίες. Στο τέλος, προέκυψε ότι εσφαλμένα τους υποψιάστηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι. Ιατροδικαστική έκθεση επιβεβαίωσε τα τραύματα και τα πιθανά αίτια. Οι παραπάνω πράξεις περιγράφηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο στη δικαστική απόφαση αρ. 1263/1998 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Χαλκιδικής, το οποίο καταδίκασε τους τρεις αστυνομικούς σε φυλάκιση 4 ετών τον καθένα και 5ετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων για το αδίκημα του βασανισμού (άρθρο 137 Α του Ποινικού Κώδικα). Παρά τη σοβαρότητα της πράξης τους όμως, οι τρεις αστυνομικοί αφέθηκαν ελεύθεροι μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Και το χειρότερο, δεν τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από το αστυνομικό σώμα. Στις 3 Μαρτίου 2000 το Τριμελές Εφετείο της Θεσσαλονίκης απάλλαξε τους τρεις αστυνομικούς από τις κατηγορίες αυτές με το σκεπτικό ότι τα περιστατικά βασανισμού ''μεγαλοποιήθηκαν από τους ανηλίκους'' και τα τραύματα προκλήθηκαν από τους εργοδότες τους, προτού οι ανήλικοι μεταφερθούν στο αστυνομικό τμήμα. Ο εισαγγελέας, ο οποίος είχε ζητήσει την καταδίκη των αστυνομικών, στη συνέχεια άσκησε αναίρεση στον Αρειο Πάγο κατά της απόφασης του δικαστηρίου.

Αστυνομική Βία Σε Βάρος Ρομά

Σε ένα κλίμα επαναλαμβανόμενων καταγγελιών για υπερβολική αστυνομική βία κατά των Ρομά τα τελευταία χρόνια, ο φόνος ενός από αυτούς και ο βασανισμός δυο άλλων το 1998, παρά την ύπαρξη ενοχοποιητικών ιατροδικαστικών στοιχείων, κατέληξαν σε απουσία πειθαρχικών μέτρων εναντίον των εμπλεκόμενων αστυνομικών. Οι αστυνομικοί κατά των οποίων ασκήθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία ή βασανισμό το 1998 έχουν παραμείνει στην υπηρεσία και οι διαδικασίες συνεχίστηκαν μέχρι τώρα. Αυτό συνέβη παρά την απαγγελία κατηγοριών από το δικαστήριο. Το Υπουργείο απλά διέταξε ατελέσφορες μέχρι τώρα ένορκες διοικητικές εξετάσεις (ΕΔΕ).

Τον Απρίλιο του 1998, ο Άγγελος Τζελάλ, ένας 28χρονος Ρομ, σκοτώθηκε από αστυνομικούς στο Παρθένι (κοντά στη Θεσσαλονίκη) καθώς προσπαθούσε να διαφύγει του αστυνομικού ελέγχου. Η ιατροδικαστική έκθεση βεβαίωσε ότι ο Τζελάλ πέθανε από τραύμα στο κεφάλι που προκλήθηκε από σφαίρα η οποία τον χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Επιπλέον, είχε κι άλλο ένα τραύμα στην πλάτη. Τον Ιούνιο, ο εισαγγελέας πληροφόρησε την αστυνομία ότι είχε ασκήσει δίωξη κατά τριών αστυνομικών για φόνο, ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και άλλες κατηγορίες. Οι αστυνομικοί δεν τέθηκαν σε διαθεσιμότητα. Η υπόθεση δεν έχει εκδικαστεί ακόμα.

Το Μάιο του 1998, οι Λάζαρος Μπέκος και Ελευθέριος Κοτρόπουλος (17 και 18 ετών αντίστοιχα) κακοποιήθηκαν από αστυνομικούς κατά τη διάρκεια της κράτησής τους σε αστυνομικό τμήμα του Μεσολογγίου. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, είχαν ''μέτριες σωματικές βλάβες από θλών όργανο.'' Τον Ιούλιο του 1998, οι δυο Ρομά κατέθεσαν μήνυση κατά της αστυνομίας και το Δεκέμβριο ασκήθηκε δίωξη κατά τριών αστυνομικών για παράβαση του άρθρου 137 Α του Ποινικού Κώδικα για ''βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας''. Συγκεκριμένα, κατηγορήθηκαν ότι παραβίασαν την παράγραφο 3, τμήμα 1, για ''από κοινού σωματική κάκωση που τελείται από ένα άτομο, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η εξέταση αξιόποινων πράξεων, με σκοπό να αποσπάσει από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση ή πληροφορία''. Καθ' όλη τη διάρκεια του 1998 και πάλι το 1999, οι νεαροί Ρομά παρενοχλούνταν από αυτούς τους αστυνομικούς για να ανακαλέσουν τις καταθέσεις τους. Ακόμα και μετά την ποινική δίωξή τους, οι τρεις αστυνομικοί δεν μετατέθηκαν αλλά ούτε και τέθηκαν σε διαθεσιμότητα. Η υπόθεση δεν έχει ακόμα εκδικαστεί.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1999, ο Νίκος Κατσαρής, ένας 23χρονος Ρομ από τον καταυλισμό του Χαλανδρίου, κατευθυνόταν με τον πατέρα του, το μικρό αδελφό του κι ένα ξάδελφο προς το Ναύπλιο. Εκείνη την Κυριακή ήθελαν να ρίξουν μια ματιά σε τρεις υπαίθριες αγορές αυτοκινήτων, χωρίς να έρθουν σε άμεση επαφή με τους πωλητές. Και οι τρεις υπαίθριες αγορές περιβάλλονταν από συρματόπλεγμα. Καθώς έφευγαν από την τρίτη αγορά, τρεις αστυνομικοί σταμάτησαν τους Ρομά και, με την απειλή όπλου, τους είπαν να βγουν από το αυτοκίνητο και να σηκώσουν τα χέρια ψηλά. Ένας αξιωματικός έκανε σωματική έρευνα, βρίζοντας, κλοτσώντας και χτυπώντας τους. Οι Ρομά ισχυρίστηκαν ότι είχαν πάει μόνο για να κοιτάξουν τα προς πώληση αυτοκίνητα κι όχι για να κλέψουν, όπως υποψιάζονταν οι αστυνομικοί. Σαν απόδειξη της πρόθεσής τους να αγοράσουν αυτοκίνητο, έδειξαν στους αστυνομικούς σημειώσεις με ονόματα και αριθμούς κινητών τηλεφώνων των ιδιοκτητών. Παρ' όλα αυτά, προσήχθησαν στο αστυνομικό τμήμα και κρατήθηκαν σε δυο χωριστά κελιά μαζί με δέκα άλλα άτομα, κυρίως μετανάστες προς απέλαση. Προφυλακίστηκαν διότι η αστυνομία βρήκε δικαστικές αποφάσεις κατά του Νίκου Κατσαρή και του πατέρα του που αφορούσαν απλήρωτα πρόστιμα. Οι δυο ανήλικοι νεαροί αφέθηκαν ελεύθεροι την ίδια μέρα, ενώ ο Νίκος Κατσαρής κι ο πατέρας του αφέθηκαν ελεύθεροι την επόμενη μέρα και μόνο μετά την πληρωμή της εγγύησης από τους συγγενείς τους. Στις 27 Οκτωβρίου, με την βοήθεια του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι, ο Νίκος Κατσαρής κατέθεσε μήνυση κατά των εμπλεκόμενων αστυνομικών και στη συνέχεια έκανε καταγγελία στο γραφείο του Συνηγόρου του Πολίτη. Η αστυνομία δεν θεώρησε την υπόθεση άξια ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), δηλώνοντας ότι μια εσωτερική έρευνα έδειξε ότι καμία από τις κατηγορίες δεν ήταν βάσιμη.

Αστυνομική Βία Σε Βάρος Προσφύγων και Μεταναστών

Τα τελευταία χρόνια, περίπου 500-700.000 μετανάστες έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, οι περισσότεροι παράνομα. Τα δυο τρίτα από αυτούς είναι Αλβανοί και οι περισσότεροι ανήκουν σε μειονοτικές θρησκείες, αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία. Το 1998 ξεκίνησε μια διαδικασία νομιμοποίησης αυτών των μεταναστών, στα πλαίσια της οποίας 230.000 άτομα έκαναν τελικά αίτηση για άδειες παραμονής. Μόνο σε περίπου 35.000 είχαν χορηγηθεί άδειες μέχρι το τέλος του 1999. Οι μετανάστες υφίστανται συχνές ''επιχειρήσεις σκούπα'' οι οποίες αποσκοπούν στη συνοπτική απέλαση όλων όσοι δεν διαθέτουν νόμιμα έγγραφα. Συχνές κατηγορίες ότι οι μετανάστες υποβάλλονται σε εξευτελιστική και ταπεινωτική, μερικές φορές και βίαιη, μεταχείριση από τους αστυνομικούς κατά τη διάρκεια αυτών των επιχειρήσεων απορρίπτονται στερεότυπα χωρίς καμία έρευνα από τις αρχές.

Το γνωστότερο πρόσφατο παράδειγμα συνέβη στις 3 Ιουλίου 1999. Η αστυνομία περικύκλωσε όλους τους αλλοδαπούς που βρίσκονταν στους δρόμους και, ακόμα κι αν ήταν κάτοχοι νόμιμων εγγράφων παραμονής, τους οδήγησε σε αστυνομικά τμήματα ή ανοιχτά γήπεδα όπου πήραν τα δακτυλικά αποτυπώματά τους για να ελέγξουν αν εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον τους. Οι λαθρομετανάστες απελάθηκαν από τη χώρα, ενώ τηλεοπτικά συνεργεία κατέγραφαν την όλη επιχείρηση. Περισσότεροι από 300 διανοούμενοι υπέγραψαν ένα έγγραφο διαμαρτυρίας, όμως μόνο η κατακραυγή των Ελλήνων αγροτών, οι οποίοι ανησύχησαν για τις σοδειές τους σε περίπτωση απουσίας φτηνών αλλοδαπών εργατικών χεριών, έπεισε την κυβέρνηση να υποχωρήσει στο θέμα των μαζικών απελάσεων. Παρόμοιες, λιγότερο γνωστές ''επιχειρήσεις σκούπα'' επαναλήφθηκαν περιοδικά σε όλη τη διάρκεια του 1999.

Συνθήκες σε Φυλακές και Κρατητήρια και Δικαιώματα των Κρατουμένων

Στις 20 Αυγούστου 1999, ο Συνήγορος του Πολίτη πραγματοποίησε ''αυτοψία'' στα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Ομονοίας (στο κέντρο της Αθήνας), μετά από καταγγελίες πολιτών. Σε επιστολή προς τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης (7905/99/2.3-27-8-1999), ο Συνήγορος του Πολίτη ανέφερε ότι οι εγκαταστάσεις ήταν υπερπλήρεις: Υπήρχαν 55-115 κρατούμενοι σε κτίριο με –έτσι κι αλλιώς ανεπαρκή- υποδομή για 30 μόνο κρατουμένους. Συνέπεια αυτού ήταν ότι ανήλικοι και ενήλικες κρατούνταν μαζί κατά παράβαση του νόμου. Μια άλλη συνέπεια, σε συνδυασμό με την έλλειψη φωτισμού και αερισμού, ήταν ότι όλοι ήσαν αναγκασμένοι να φορούν μόνο τα εσώρουχά τους εξαιτίας της ζέστης, ''κατά παράβαση του σεβασμού προς την αξιοπρέπειά τους''. Η καθαριότητα των μοναδικών δυο αποχωρητηρίων ήταν ''τουλάχιστον απαράδεκτη''. Οι περισσότεροι κρατούμενοι είχαν δερματικές και μολυσματικές ασθένειες οι οποίες δεν είχαν καθόλου ή μόνο ανεπαρκή ιατρική παρακολούθηση. Το σοβαρότερο πρόβλημα, σύμφωνα με τον Συνήγορο του Πολίτη, ήταν η μακρόχρονη (μερικές φορές μέχρι έξι μήνες) κράτηση των αλλοδαπών που επρόκειτο να απελαθούν, πράγμα που ''ανεπίσημα μετατρέπει τα κρατητήρια σε φυλακές, χωρίς να έχει προηγηθεί απαγγελία κατηγορίας για αυτούς τους κρατούμενους''. ''Σε συνδυασμό με τις επικρατούσες φρικτές συνθήκες, αυτή η κράτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί de facto 'απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.''' Με την παρατήρηση ότι η χρήση του όρου ''επιχειρήσεις σκούπα'' [βλέπε πιο πάνω] είναι ''πολύ προσβλητική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια'', ο Συνήγορος του Πολίτη έκανε τη σύσταση, όταν δεν υπάρχουν επαρκείς εγκαταστάσεις, να μην πραγματοποιούνται τέτοιες επιχειρήσεις που οδηγούν σε μαζικές προφυλακίσεις αλλοδαπών. Πρόσθεσε ότι οι αλλοδαποί που δεν μπορούν να απελαθούν αμέσως [από έλλειψη χώρας έτοιμης να τους δεχτεί] θα πρέπει να παίρνουν προσωρινή άδεια παραμονής στη χώρα και να αφήνονται ελεύθεροι. Μετά από αυτή την έκθεση, παρατηρήθηκαν βραχύβιες βελτιώσεις σε εκείνο το αστυνομικό τμήμα. Παρ' όλα αυτά, οι συνθήκες αυτές επικρατούν σε ολόκληρη τη χώρα σε οποιαδήποτε κρατητήρια είναι ανεπαρκώς εξοπλισμένα και/ή υπερπλήρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: